ΤΙΠΟΤΑ δεν τον φοβίζει

Ιουνίου 13, 2008 - 3:27 μμ No Comments

Σελίδα 1

Όσο λογιάζουν οι φωτιές | με τόξα φορτωμένες
πρέπει τις λάμψεις του το φώς | να`χει χαμηλωμένες,
στους κόσμους τους μεταλλικούς | με σκιές και τ`άγριo θέμα
τα φώτα πρώτα καίγονται | με ποταμούς το αίμα.

Το σκότος σκιάζεται το φώς | εχθρός σαν είναιν όλου
π`όταν αχνά φωτοβολάει | εις στα άκριτα του θόλου,
ευθύς από την άβυσσο | το πύρ θα ξεσηκώσει
προτού προλάβει αυτό να`ρθεί | ξανά και δυναμώσει.

οι φλόγες όταν φθάσουνε | σιμά κι αγκαλιαστούνε
ανάβει η άσβεστη φωτιά | και όλα θα ξεχαστούνε,
ακτίνες άσπρες τότε ναί | τη γή θενα φωτίσουν,
με φώς ανέσπερο λαμπρό | τον κόσμο θαν υμνήσουν

Ιδέα και τόσο φωτεινή | ψηλή κι ανεβασμένη
σβήσαν αμέσως οι φωτιές | με την φωνή χαμένη,
αυτές να δούνε δέ μπορούν | τα λαμψερά λιβάνια
σταυρού σημάδι φάνηκε | στα πάλλευκαν ουράνια

Η μέρα πώς μπορεί τυφλό | σκοτάδι να φοβάται
και το καλό μπρος στο κακό | να τρέμει σαν καλάμι
αφού αυτός κρατάει του θεού | την απαλή παλάμη.

ξύλο φοράει το μαγικό | τον λένε άγιογιώργο.

flox


Σελίδα 2

Τ`άσσειστα θέμελα λιγούν| σκοτάδια σαν κοιτάζουν
κρύφια και μαύρα βλέμματα | τα χρώματα τα σχιάζουν,
ο θρήνος φάνηκε περί | σσα σ` έργα `αρρωστημένα
τριμμένα κρίματα κροτούν | αυτά τρελά σμιγμένα.

Αυτόν κανένα σκοτεινό | ποτέ του δέν φοβίζει
φωτιές και τόξια ολημερίς | αμέσως τα συντρίβει,
στη θλίψη και στους οδυρμούς | κάνει θεριό κεφάλι
σ` άρμα επικό λυτρωτικό | κρατεί λευκή σκυτάλη.

Τ`άρρητο φώς σε χέρια θεία | πηγή λουτρών σωτήρια
στης λίμνης τα Ηλιόπεδα | ξόρκια γλυκά αιθέρια,
νύχτα κανένας δέν τολμάει |να πάει εις ύδωρ μαύρο
θεριά και δράκοι πνίγονται | στο σταυρικό τον Ταύρο.

Στα χρόνια τα παλιότερα | νερά πολλά βρασμένα
υψώσαν μυσαρούς ψηλά | με μάτια ψαρωμένα,
τι πόνος και τι πάθημα | τους βράχους όταν πιάσαν
στ`Άδητα τα άψυχα βαθιά | χωρίς ανάσα φτάσαν

Τη λύση θέλανε απο | παλιά πυκνά μυστήρια
κλέψαν καυτά πυρά να ιδούν | τη σχάση την ολέθρια,
δράκοι σ`άρμα θερμικό | ξανάβουν νιές τις φλόγες
καιγόταν τώρα ο ουρανός | με καυστικές τις γλώσσες.

flox
———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-

Σελίδα 3

Εδώ να κάτσω θάθελα | και τούτα νά διηγούμαι
τόσα παλιά καμώματα | θα πάμε νά τα δούμε
πίσω το χρόνο τριγυρνώ | στου νού την πλιό την χάρη
προτού λαλιά ανθρώπου πάει | και τα σωστά τα πάρει

Ηλιόλουστες καθώς θωρώ | τις μέρες χρυσωμένες
χώρες χωρίς ζερβά στενά | με δρόμους ξανοιγμένες
ελεύθερα και πλούμιστά | σκαλιά που τα διαβαίνεις
με των αγγέλων συντροφιές | στα ουράνια σόλα μπαίνεις.

Κοιτάζω απο τα δώ και εκεί | στα λαμπρινά τα μοίρια
πλήθια μετράει ψηλή ματιά | σε μύρια κατομμύρια,
κληρονομιάν παντοτινή | στ`άστρα μ`αητούς πλεγμένη
της άμμου κόκκοι αμέτρητοι | με λούλουδα λουσμένοι.

Ξανοίγω πάλι την ματιά | στου κόσμου τους φεγγίτες
τρέχει γοργά σαν αστραπή| φρονώ παντού Φανήτες,
η σπείρα μέσα σε σπειρά | γεννάει σπαρτά σπουδάτα
της βάσης σπείρας το σπυρί |κορφές κεριά λαμπάτα.

Και νάταν τούτα μοναχά | ο νούς τριπλά δηλώνει
φεγγάρια μέγαλόπρεπα | κυκλά που η ζωή τ` αξιώνει,
πολλά εις κάψιμο Ηλιού | πολλά μικροί λαμπτήρες
αγνάτη η φύση σ`όλα ανθεί | με νιούς φερτούς μνηστήρες.

flox


Σελίδα 4

Ένα και δυό και χίλια δυό | δεντριά κλαδιά φωσφόρα
φάτνες βρεφών οι φροντιστές | δροσιάς αυγής οπώρα,
όντα σαν τούτα δώ, στη γή | ουδείς μας τάχει γνώσει
θεωρίες ορθές φανταστικές | που `χουν φακοί μορφώσει.

Τ` άφωτα τ` άστρα τριγυρνούν | στις μοίρες τις ζωοδότες
αρχόντοι διάσημοι φρουροί | φωστήρων οι δεσπότες,
δικά τους είν` τα ριζικά | μελήματα μοιράζουν
κι απο τη γύρα την κλωθή | καλούς λαχνούς σχεδιάζουν.

Μοίρες εδώ και εκεί τα Ζά | σε ρόδες τύχης μπαίνουν
μικρά μεγάλα αυτά μαζί | στη ζήση παραμένουν,
ο Ήλιος ρίχνει θέρμητες | τους κήπους να ζεστάνει
το φώς στου κήπου τα δεντριά | πολλά τρεχάτα φτάνει.

Φωστήρας που `ναι φωτερός | φωτάει δικά τουν άστρα
τ` αφώτιστα ζητούν λαμπές | με την τρανή τους λιάστρα,
όξω μακριάν απο το φώς | η μοίρα φτιάχνει γυάλα
και τη λαμπράδαν αποκτούν | σαν νάσαν δίπλα στ` άλλα.

Ερμήδες βράζουν κεί σιμά | κι η μοίρα σκιές τους κλώθει
βαδίζουν άγια αληθινά | γιατί την πνοήν εδώθει,
έτσιν ασχέτως του Ηλιού | θα ρθεί η αι ώνια δράση
κανέν παρόμοιο θέ αμα στους κόσμους θα περάσει.

flox
———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-

Σελίδα 5

Η κλήρα των αυτόφωτων | των άφωτων πυρήνες
μέσα τραβούν μπερδέματα | ψηλά πετάνε σφήνες,
τα κάτω πάνων έρχονται | ψυχές πολλές γεννιούνται
και τούτον είν` το μάθημα | ποι ήματα εκφωνούνται.

Έχουν οι πλάνητες λαλή | γιαν όλα τα στεφάνια
καθώς αυτήν αντιλαλεί | χορε ύουν τα ουράνια,
λάλες φωνές λογής λογής | στα πέραταν ηχούνε
κι όλο το Σύμπαν δέ γεννάει | ψυχές που δέ μιλούνε.

Ολούθε ακούγονται χαρές | ξανοίγουν τα ψαλτήρια
ψάλουν τ`αστριά, τ`ανθιά, τα Ζά | κι ανθρώπων τα ποτήρια,
αφρών γεννήματα λευκά | πολύφωτα σμαράγδια
παντρειές με γέλια θυμιατά | ταξίδια με πετράδια

Μακριάν απο φωτιές, μιλιές | ακούνε τα στολίδια
μικρούτσικα ψηλότατα | λαλάνε στα παιχνίδια,
χαρούμενος κι ο ουρανός | συνθέσεις απαγγέλλει
την κοινωνίαν τη σύμπασαν | ο Θεός βλογάει με μέλι.

Αμέτρητα τα φωτερά | στα ευρύταταν ουράνια
δεκάδες περισσότερα |παρατηρώ τα πλάνια,
και εάν εφαίνονταν σ`εμάς | πολλά φωτάκια ανιόντα
πλανήτες έλικες γεννούν | Ηλιού παιδιά τα ζώντα.

flox
———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-———–—-

Σελίδα 6

Κάτι που φαίνεται δεξιά | τραβάει την προσοχή μου
κοιτώ ξανά να δώ καλά | κι ανασκιρτάει η ψυχή μου,
ζώο φτερωτό και λαμπερόν | εκεί κοντά στεκόταν
ιπτάμενο σαν μέγαρο | κυκλός φωστήρ φαινόταν.

Ξίφος στρoφό κι αστραφτερό | τα σύλλεκτρα γιομίζει
μ`ακτίνες, σφήνες, μαλακές | τη νύχτα γύρω ασπρίζει,
και φώταν όχι τα Ηλιακά | της ύλης τα καψάτα
αλλά τα πρώτα τα καλά | ροδόλουστα σφηνάτα.

Και τούτον είναι τ`όραμα | του ζώου του μετε ώρου
ομοί ωμα το σφαιρωτόν | ενδοξοτάτου χώρου,
ως σφαίραν ολοστρόγγυλο | πολυόροφο παλάτι
μεγαλοπρέπεια φωτεινή | στο κόσμον υπερτάτη.

Με μήκος, ύψος, διάμετρο | χιλιάδες έξη μέτρα
και δώδεκα πατώματα | χτιστά με τίμια πέτρα,
καθένα απον αυτά κυλάει | κατά δικιά του γύρα
δεμένα δώματα στριφτά | σε μιάν ορθάτη σπείρα.

Στην όψη την εξώτερη | ομοία σκευή κρυστάλλου
περίβλημα περιφανές | εγχρώμου και μεγάλου,
σφαίρα γεμάτην οφθαλμούς | μ`ακτινοβόλα μάτια
σε κλίμακα χρωματιστή | λιθάρια με καράτια.

flox


Σελίδα 7

Οι μουσικές χρωματικές | τη δόξαν αγκαλιάζουν
τα μάτια στρέφουν σβουριστά | τις κλίμακες αλλάζουν,
καθένα μάτι δυό στροφές | κι η σβούρα ξαναλάμπει
καινούργιες χροιές θα`ρθούν λαμπές | χαρές τ`αγιού του Μπάμπη.

Μάτια με μάτια σμίξανε | τους οφθαλμούς δοξάζουν
αρχοντικό πολυόμματο | κι οι ζωγραφιές φαντάζουν,
περιβολήν αστράπτουσαν | απο παντού κοιτούσε
ματιές του γύραν έφερε | θεσπέσιο φώς σκορπούσε.

Απο τους πύργους τους ψηλούς | συστάσεις εποπτεύουν
και μέρα νύχτα φύλακες | τους δρόμους προστατεύουν,
οξιές ματιές φανταστικές | τα αόρατα κοιτάζουν
στ`αγέννητα και φάσματα | τους οφθαλμούς εστιάζουν.

Και είδα θεϊκή την όραση | θρυλούμενη λαμπάδα
στης νύχτας τα μαυρίσματα | ολόλαμπρην ασπράδα,
βαμμένα λόγια φτερωτά | μηνύματα φωσφόρα
φαρέτρα φάντη γυριστή | το φώσλανθον εφόρα.

Με θαλερούς τους οφθαλμούς | παναστρικής εικόνας
της εκθαμβωτικής Θαλής | χρωματικής κολόνας,
αυτά τα μάτια τα πολλά | αινίγματαν αι ώνια
τη λύση τους αναζητούν | σαν πέρασαν τα χρόνια.

flox

Σελίδα 8

Η μέραν ήρθε μυστικά | θαμμένα να αναστήσει
κι απο τον ύπνο το βαθύ | ονείρατα εξηγήσει,
ιδού την αποκάλυψη | των άκριτων βλεμμάτων
τα μάτια δυό σαν ενωθούν | γενιές ειδών στροφάτων.

Τα δυό μαζί και μ`άλλα δυό | γενούν το πιό μεγάλο
και τέσσερα στο σύνολο | μα τoνα πάνω στ`άλλο,
γεννήματα τα σβουριστά | σαν λάμπες που βιδώνουν
ταιριάζοντας οχτώ ματιές | τους οφθαλμούς στεριώνουν.

Οχτώ σαράντα κι είκοσι | σε δυό μονάχα τα έχουν
χιλιάδες μιά και μιά και τρείς | στα δυό ξανά μετέχουν,
πολλά τα περισσότερα | να μή χωρέσουν, ψέμα
καλά σαν σμίξουν όλα εκεί | του απείρου το ένα βλέμμα.

Δεμένοι οι οφθαλμοί κοιτούν | χωρίς κενό κανένα
τη σύσταση την πολύτροπη | ως θαύματα υψωμένα,
που μένουνε παντοτινά | στους κόσμους ανθισμένα
απo πολύτιμο γυαλί | πετράδια γεννημένα.

Αμέτρητα κι ολόλαμψα | αμμούδα φωτισμένη
λιθάρια φώτες στρόβιλοι | κουλούρα σταυρωμένη,
ουτένα θα βρεθεί ποτέ | να μήν φωτάει στη σφαίρα
έχουν αυτά το μυστικό | που τρέχει πέρα ως πέρα.

flox

Σελίδα 9

Και ξάφνουν όλα χάθηκαν | εκεί μπροστά μου η σφαίρα
η νύχτα πάλι ξάπλωσε | κατράμι μαύρη ξέρα,
κι η μέρα η ξάστερη η λαμπρή | σκοτάδια νυχτερίδες
τα μάτια ξέρασαν το φως | σαν γύρισαν οι βίδες.

Περίμενα χωρίς μιλιά | με τη ψυχή στο στόμα
το βλέμμα γύραν έτρεξα | μα πουθενά το χρώμα,
και μόνος κοίταζα τα αστριά | πυγή λαμπήδα αφράτη
σπειρούχα λόγια τόξευαν | στα μήκη και στα πλάτη.

Αφέθηκα στη μοναξιά | στο Σύμπαν να μιλήσω
σ`εκείνη γύρω την ολότητα | τη σχέση να γνωρίσω,
ζητούσα κρίσεις καθαρές | τις ρίζες στον αστρόνα
δονούμενος ολόκληρος | απ`το δικό μου αγώνα.

Ασύστατα μορφώματα | ο κόσμος δέ σκευάζει
σαν φέρνουν αίτια τα κοινά | η πλάση η πάσα αγιάζει,
τ`αμοίραστα κι ασύνδετα | ασβούριστα κροτάλια
φρε άτια ελίποδα παντού |με ύδατα κρυστάλλια.

Το σύνδεσμο προσφέρουνε | με τα άγκιστρα σφιγμένα
λυμένα αδέσποτα πτηνά | στη στέγην ιδρωμένα,
παρατηρούσα και έβλεπα | τους κόσμους μές στο χέρι
κάπου και εγώ εκει ήμουνα | φερτός σ`αυτά τα μέρη.

flox

Σελίδα 10

Και νά που πάλι δίπλα μου | ξανά ο Λάμπης φαίνει
οι νυχτερίδες φύγανε | και φέγγος άλλο βγαίνει,
το μέγα θαύμα φάνηκε | με μιά καινούργια δόξα
τα μάτια και τα βλέμματα | κλειστά κρατούν τα τόξα.

Ναυτίλος θεόσταλτος χριστός | ολόγιομο φεγγάρι
στης νύχτας μές στα αστρόνερα | φαεινό γιγάντιο ψάρι
τα φώτα τώρα ηχούν χορδές | γυμνές που υμνούν και ψάλλουν
και στρόφαλοι πολλά τρανοί | σταυρούς οχτώ προβάλλουν.

Ιδού εκεί τους είδα αυτούς | πολιούχοι και ζωοφόροι
καθένας μεγαλόσταυρος | με το όγδοο πανωφόρι,
την Φάνην ίσια μοίραζαν | τα σχέδια όταν μπήκαν
στη σφαίρα κύβο έβαλαν | σταυρών τα κέντρα βρήκαν

Κύβος φωτός και σταυρωτός | στον ωκιανό καράβι
χορός σταυρούς τριγύριζε | τους ουρανούς ξανάβει,
στο πλάτος του στρεφόμενος | τη νύχτα μέρα κάνει
περίφημος και ξακουστός | ασπριδερό μελάνι.

Τις πόρτες του διαστήματος | με φωτισμούς ανοίγει
στους κόσμους πολυαγάπητος | τα πλήθια μ`όλα σμίγει,
σταλμένος άγγελος ταχύς | σταυροί οι ανθοί τ`ονείρου
πετούσε λόγια φτερωτά | στις αμμουδιές τ`απείρου.

flox


Σελίδα 11

Και τέτοια βγάζουν ομορφιά | στο διάστημα καμιά άλλη

τεχνούργημα το ζωντανό | ψυχή τους έχουν βάλει,

σταυροί με πέντε πώματα | γερές στροφές γυαλάδες

σαράντα κι ολοστρόγγυλα | αναλαμπίδες δάδες.

Η σφαίρα η σαραντάσβουρη | στο κύβο βασισμένη

σταυροκοπιόταν και έδινε | τη ζωή ξανανιωμένη,

πεντάφωτοι σταυροί κρατούν | στο κέντρο το τιμόνι

το πέμπτο του σταυρού η καρδιά | νεφέλες τους απλώνει.

Καλλίτερα σαν κοίταξα | λεπτά σχοινιά λεπίδες
α όρατα και μ`άγκιστρα | πλοκάμια με λαβίδες,
ψιλούτσικα κι αμέτρητα | στο χώρο γαντζωμένα
τρίχες σγουρές και στιλβωτές | αγκύρια μαζωμένα.

Την αίγλη δένουν στιβαρά | με χέρια και βραχιόλια
στου χώρου τα πιασίματα | τα αγκύλα αγκυροβόλια,
το πλοίο ακίνητον εκεί | στην ξέρα πάνω της στεκόταν
και κύματα σαν πλεύριζαν | καθόλου δέν κουνιόταν.

Οι άγκυρες ίνες και κλωστές | στα γύρω του μ`ακίδες
πηχτά μαλλιά στην κεφαλή | φωτόλουστες φολίδες
του γήινου μάτι δέ θα ιδεί | σε μέναν όλες δείχνουν
στο φωτοστέφανο λευκή | τριπλάσια δόξα ρίχνουν.

flox


Σελίδα 12

Και ενώ κοιτούσα τους σταυρούς | με μάτια σαστισμένα
και το όμορφο στεφάνωμα | με τα άγκυρα χρισμένα,
ακούστηκαν γυρίσματα | απ`τους σταυρούς βγαλμένα
κι οι μεγαλόσταυροι τυφλοί | με φώτιστρα  χαμένα.

Η νύχτα τώρα φάνταζε | τη δόξα μαυρισμένη
τα αστέρια πίσω της σβηστά | κουλούρα αφανισμένη,
σημάδι ουράνιον ορατό | της σκοτεινιάς αστρίτης
καθώς την ένοιωθα σιμά | να αλλάζει τη μορφή της.

Η ηχώ αυγάτισε στ`αφτί | και μεγαλείο εφάνη
τα λόγια και λαλιές σιωπούν | σαν βγαίνει το στεφάνι,
είδα οράματα ανοιχτά | ολόγυρη φαρέτρα
οχτώ Ρομφαίες αστραφτερές | εννιά χιλιάδες μέτρα.

Οχτώ σταυροί κι οχτώ ρομφαίες | στην ίδια θέσην ήσαν
ρομφαίες υψώθηκαν στριφτά | το χώρο τον τρυπήσαν,
γελούσαν τα άστρα κυκλωτά | φωτομιλιές ξεφτέρια
εκείνα γέννημα του Θεού | αυτά απ`τ` ανθρώπου χέρια.

Ξίφη γυρτά και κοφτερά | ακόντια ακονιστήρια
χωνιά στειλιάρια ολόστροφα | γυαλιστερά ξυστήρια,
στη μπάλα φύτρωσαν σπαθιά | κεφάλι σταλακτίτες
μ`οχτώ κυκλάδες στρόφιγγες | ροδάνι με κομήτες.

flox

Σελίδα 13

Ένα άλλο πάλι ξάφνιασε, | ξανάνοιξαν τα μάτια
και τα πολλά τα χρώματα | φωτίζουν μονοπάτια,
τη λάμψη τους τη  δώσανε | σ`οχτώ ουρανοξύστες
κοφτά καράτια τόρνευαν | κι αλώνιζαν οι μύστες.

Στη δίνη τους στροβίλιζαν | τα χρώματα τραβούσαν
καθένας τόρνος σμίλευε | τους τονισμούς υμνούσαν
κυκλώματαν ανάψανε | διαφωτιστές ρουφήχτρες
οχτώ τοξότες έγχρωμοι | μ`ατομικές σφυρίχτρες.

……………..????????


Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.